Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ρόδα, το νέο εθνικό σύμβολο

Τον καταλαβαίνω απόλυτα τον καμίνη. Τόσα χρόνια δήμαρχος αυτής της υπέροχης πόλης και το μόνο που θυμάται ο κόσμος είναι εκείνη η πρωτοχρονιά που τα σκάτωσε στην αντίστροφη μέτρηση. Οι πολίτες αυτής της κοσμοπολίτικης γωνιάς του κόσμου όμως έχουν συνηθίσει σε χριστουγεννιάτικα υπερθεάματα. Ο καγκελόπουλος έστηνε το ψηλότερο δέντρο της ελλάδας τη μια χρονιά, της ευρώπης την επόμενη, του γαλαξία την τρίτη κοκ. Ο νικήτας από την άλλη είχε στήσει το πιο φλεγόμενο δέντρο του κόσμου.
Έπρεπε λοιπόν να κάνει κι ο καμίνης το κομμάτι του. Δε γίνεται να καλοσορίζει ο δήμαρχος Φιλιατρών το νέο χρόνο από τον πύργο του Άιφελ κι αυτός να λέει απλά τέσσερα-τρία-δύο-ένα-μηδέν και να είναι κι εκτός χρόνου!
Έπρεπε να φέρει έναν αέρα ευρωπαϊκό. Άιφελ στα Φιλιατρά; London Eye στην Αθήνα!
Η ζωή των μεγάλων ανδρών χαρακτηρίζεται από τις μεγάλες εκείνες στιγμές που συλλαμβάνουν τις μεγάλες ιδέες. Τη στιγμή που ο καμίνης σκέφτηκε τη ρόδα δε συνειδητοποιούσε ότι δημιουργούσε ένα νέο εθνικό σύμβολο. Ένα σύμβολο που συμπυκνώνει κάθε στοιχείο του σύγχρονου ελληνισμού:
Την αδιαφορία για το συμβολισμό της Πλατείας Συντάγματος ως κέντρου πολιτικών αγώνων από το 1843 ως σήμερα και την αυθαίρετη καταπάτηση της μοναδικής μεγάλης πλατείας του κέντρου προς όφελος μιας αόρατης ιδιωτικής εταιρείας.
Τις αδιαφανείς διαδικασίες λήψης της απόφασης, της ανάθεσης του έργου και του προϋπολογισμού του.
Την απουσία κάθε μελέτης ασφαλείας ενώ από κάτω βρίσκεται ο μεγαλύτερος σταθμός μετρό της Αθήνας.
Τη σταθερή απασχόληση των μμε αποκλειστικά με οτιδήποτε ανούσιο είχε να κάνει με τη ρόδα, όπως αν θα προλάβουμε να ανεβούμε πάνω πριν τα χριστούγεννα, άσχετα με το που θα καταλήγαμε
Τη ραγιάδικη προσπάθεια να μιμιθούμε το Λονδίνο. Μια προσπάθεια με πολλές κι υπέροχες σουρεαλιστικές προεκτάσεις καθώς στο Λονδίνο υπήρχε πλήρης έλεγχος όλων των παραμέτρων και μεγάλος διάλογος για την αισθητική. Επιπλέον, σε αντίθεση με το επίπεδο Λονδίνο, αυτό που θα έβλεπε κανείς από τη ρόδα καμίνη μπορεί να το δει από οποιοδήποτε από τους πολυάριθμους λόφους της Αθήνας. Μόνο στο κέντρο έχουμε Λυκαβητό, Στρέφη και Φιλοπάππου. Βέβαια καταλαβαίνω ότι δε μπορεί να χορτάσει κανείς τόσο εύκολα τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι που προσφέρουν τα κτίρια της Αθήνας.
Όμως το πιο σπουδαίο με τη ρόδα είναι ότι είναι συνδεδεμένη με τη βαθιά ιστορία του γένους μας και κυρίως με το κομμάτι να παρουσιάσουμε κάτι που μας γυάλισε στο εξωτερικό σα δικιά μας πρωτοτυπία. Όπως η σημαία της βρεταννικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών που γυάλισε στον αρχηγό του αγγλικού κόμματος μαυροκορδάτο και την έφερε στην ελλάδα βαπτισμένη στο μπλε της βαυαρίας του όθωνα
Προτείνω μάλιστα να συνδέσουμε τα δύο κορυφαία για το γένος μας γεγονότα με την προσθήκη της ρόδας στη σημαία μας. Από τη μια πλευρά θα έχουμε τη γνωστή μας σημαία κι από την άλλη αντί για το σταυρό θα έχουμε τη ρόδα.
Στο δήμαρχο θα του σύστηνα να διαβάσει όλα τα παραπάνω για να καταλάβει το μέγεθος της επιτυχίας του. Κι ας μην γύρισε ποτέ η ρόδα. Εδώ κοτζάμ Ναπολέων κι οι ρόδες των κανονιών του δε γύρισαν ποτέ στις λάσπες του Βατερλό.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Βαγγέλω

Κάθε Μεγάλο Σάββατο η ίδια ιστορία. Η αδελφή μου κι εγώ στην εξώπορτα με τον παππού να κοιτάμε τους γείτονες να ανηφορίζουν προς την εκκλησία της γειτονιάς μας, την Αγία Βαρβάρα στη Δάφνη και να φωνάζουμε στους γονείς μας να βιαστούν. Δώδεκα παρά δέκα να ξεκινάμε βλέποντας από μακριά τα αναμμένα κεριά να πληθαίνουν κι η μάνα μου να κοιτάζει πίσω και να ρωτά
-Μητέρα, σίγουρα δε θέλετε να ρθείτε;
-Δεν είμαι εγώ για αυτά, τραβάτε στο καλό, έχω και το φαί
Πάντως μαγειρίτσα δε φάγαμε ποτέ, της βρώμαγε.

Τα χρόνια πέρναγαν, μεγαλώναμε κι αλλάζαμε σπίτια, σχολεία, πόλη, μακριά από τον παππού και τη γιαγιά. Το μόνο αναλλοίωτο η άρνηση της γιαγιάς μου να πλησιάσει σε εκκλησία.

Όταν γεννήθηκε τη βγάλαν Βαγγέλω, η γιαγιά της είχε χάσει ένα παιδί Βαγγέλη και τό χε καημό, αφού δεν τους έκατσε αγόρι δώσαν το όνομα στο κορίτσι. Ο πατέρας της δε μπορούσε να φέρει αντίρρηση, είχε φύγει λίγους μήνες νωρίτερα για την Αμερική, μετανάστης. Ήταν παράδοση στη  Λευκάδα οι άντρες να χάνονται νωρίς, είτε σε πολέμους, είτε μετανάστες σ' Αμερική κι Αυστραλία. Ο προπάππος μου τα κατάφερε και τα δυο, Γύρισε από την Αμερική για να πολεμήσει στους Βαλκανικούς και πέθανε από τις κακουχίες. Πέρασε κι ένα φεγγάρι από το χωριό ίσα-ίσα για να αφήσει στη γυναίκα του άλλο ένα παιδί να το μεγαλώσει μόνη της. Και μιας κι ήταν αγόρι το βγάλαν Βαγγέλη.

Τα δυο ορφανά μεγάλωσαν με τον πικρό ιδρώτα της μητέρας Άννας και την υπερβολική αδυναμία της γιαγιάς. Η τελευταία το είχε βάλει κι όρο να μη τους λείψει τίποτα για να μη τα λυπούνται. Έγραψε και στα αδέλφια της στη Αμερική και στέλνανε λεφτά και ρούχα. Ο Βαγγέλης έβγαλε το Γυμνάσιο κι η Βαγγέλω έγινε μοδίστρα, περιζήτητη στην περιοχή. Της πήραν και μια μηχανή Singer, χειροκίνητη που δουλεύει ακόμα και σήμερα και την έχει η ξενιτεμένη αδελφούλα μου στο Λονδίνο. (Βαγγέλω κι αυτή στο πιο εξυγχρονισμένο!)
Όταν πάτησε τα δεκάξι αρχίσαν οι προτάσεις για παντρειά αλλά της Βαγγέλως δεν της γέμιζαν το μάτι. Δεν ήθελε να γίνει ένα ακόμα κεφάλι ανάμεσα στα ζώα κάποιου άξεστου χωριάτη. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος θες που ήταν ήδη εικοσιπέντε θες που είχε άλλες έννοιες ο κόσμος την αφήσαν στην ησυχία της.
Με τη λήξη του πολέμου έγινε το προξενιό με τον παππού μου. Μόλις τον είδε συμφώνησε. Δεν ήταν όμορφος, αλλά ήταν νέος, μικρότερός της, δυνατός και με καθαρό βλέμμα. Όταν την πήρε νύφη στο χωριό του το πρώτο κιόλας βράδυ της είπε πως θα δουλεύει σκληρά για να μην τους λείπουν τα βασικά αλλά δε θα έχουν πολυτέλειες. Κι αυτή του είπε πως δε τη νοιάζει αρκεί να μην την κακομεταχειρίζεται.
-Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, της αποκρίθηκε, ούτε στα χωράφια θα πατήσει το πόδι σου.

Λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο βρίσκονται νοικοκυρεμένοι στην Πρέβεζα. Διαφορετικοί χαρακτήρες. Η Βαγγέλω περήφανη, νευρική, ανυπόμονη και  καυστική. Ο Σταύρος καλόγνωμος και κοινωνικός. Τους ενώνει όμως η αγάπη για τον πατέρα μου που έχουν συμφωνήσει να μείνει το μόναχοπαίδι τους φυσικά "για να μη του λείψει τίποτα" μόνο που τώρα έχει προστεθεί και το "για να σπουδάσει, να ζήσει καλύτερα από μας"
Σε μια γύρα στη γειτονιά πέφτει πάνω στον παπά της ενορίας
-Βαγγέλω να σε ρωτήσω κάτι, γιατί δεν κάνετε κι άλλα παιδιά με το Σταύρο;
-Γιατί είμαστε φτωχοί και δε θα μπορέσουμε να τα μεγαλώσουμε όπως θέλουμε
-Αυτό που λες είναι μεγάλη αμαρτία, έχει ο Θεός!
- Εμείς όμως δεν έχουμε, αν μας δώσει ο Θεός το συζητάμε με το Σταύρο. Αλλά εσένα δε σου πέφτει λόγος τί κάνουμε σπίτι μας. Αυτό είναι αμαρτία!
Γύρισε σπίτι ευχαριστημένη από την απάντηση αλλά και φουρκισμένη για το θράσσος του παπά. Δεν είπε τίποτα σε κανένα απλά αποφάσισε πως σε εκκλησία δε θα ξαναπατήσει.

Φοιτητής αρκετά βράδια αναζητούσα τη ζεστασιά τους. Ένα από αυτά χαζεύαμε στην τηλεόραση ένα απόσπασμα "Σαν Σήμερα" που έλεγε για τις σουφραζέτες. Η γιαγιά χασκογελά:
-Αυτές είχαν λεφτά και τα βρίσκαν εύκολα. Εγώ ήμουν πραγματική φεμινίστρια!

(Η Βαγγέλω, πρώτη από δεξιά, με την οικογένεια του Σταύρου στην Πρέβεζα)