Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

αριστερά που δεν τον παίρνει είναι αριστερά που γέρνει

Σήμερα είχαμε νέες εξελίξεις στο σήριαλ τατσόπουλου. Στο περιστήλιο της βουλής ο κασιδιάρης κι ο πέτρος πιάστηκαν στις πούτσες. Για την ακρίβεια τις έβγαλαν έξω για να δουν ποιος την έχει μεγαλύτερη. Ο πέτρος νίκησε ακόμα μια φορά έστω και στον πόντο. Ο κασιδιάρης έμεινε στους τρεις.
Πέρα από την πλάκα στην πραγματικότητα νίκησε ο κασιδιάρης. Γιατί έφερε τον τατσόπουλο στο γήπεδό του. Τον έκανε ομοφοβικό, λιποτάκτη του αγώνα για την ερωτική αυτοδιάθεση. Τον έκανε παραδοσιακό ελληνάρα φαλλοκράτη.
Οι ύβρεις είναι πολλές αλλά δεν θα με ενδιέφεραν αν ο τατσόπουλος δεν ήταν βουλευτής της αριστεράς. Αν αυτό που είπε το έλεγε ο λοβεύρος ή ο σαχλαμαράς δε θα έδινα δεκάρα. Από την αριστερά όμως περιμένω να είναι ...αριστερά. Ζητάω πολλά;
Με τον ίδιο τρόπο που έχω απαίτηση η αριστερά να μιλάει για την ελευθερία του λόγου, για τα εργασιακά δικαιώματα, για τα δικαιώματα των μεταναστών, των παιδιών, των γυναικών, των μειονοτήτων, έχω απαίτηση να μιλάει και να αγωνίζεται για τη σεξουαλική χειραφέτηση. Για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να γαμαογαμιέται όπως και με όποιους γουστάρει.
Ειδικά στην ελλάδα που είμαστε ομοφοβικοί σε εξωφρενικά ποσοστά, όποιος το παίζει γαμίκουλας δεν έχει θέση στην αριστερά. Ο ψαριανός το έπιασε και την έκανε. Ας κάνει λίγο χώρο και για τον πέτρο. Η απάντηση στον κάθε φασίστα δεν είναι να δηλώσουμε την τεστοστερόνη μας όπως δεν καταθέτουμε τη ληξιαρχική πράξη γέννησης κάθε φορά που γίνεται πογκρόμ στα πατήσια.
Το θέμα λοιπόν δεν είναι η γλώσσα όπως έντεχνα πήγε να το γυρίσει στην πορεία ο τατσόπουλος αλλά όλοι αυτοί οι φίλοι που μετανάστευσαν πολλά χρόνια πριν την κρίση, σε ευρώπη κι αμερική, μόνο και μόνο για να μπορούν να βγουν μια βόλτα πιασμένοι χέρι-χέρι με τον αγαπημένο ή την αγαπημένη τους, χωρίς να ντρέπονται τους γονείς τους ή να φοβούνται την κατακραυγή, όλοι αυτοί που μένουν εδώ κι αγωνίζονται για να έχουν αυτοί τα δικαιώματα του σώματός τους. Κι αυτούς ο τατσόπουλος τους πρόδωσε.

Υ.Γ. Ο τατσόπουλος πρόδωσε και τη "μισή αθήνα" αλλά αυτό είναι προσωπικό τους θέμα!

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Το βιβλίο είναι κάτω από το θρανίο

Θυμάμαι όταν βγήκε το δεύτερο βιβλίο του, το  "χαμογέλα ρε, τί σου ζητάνε" να το διαβάζω νυχθημερόν. Ήμουν στο Λύκειο και το κουβαλούσα στο σχολείο. Την ώρα των θρησκευτικών το διάβαζα με ευλάβεια και ταξίδευα στα σκοτεινά χρόνια της φυλακής και της εξορίας.
Το πρώτο βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου μου το κάναν δώρο οι γονείς μου όταν ήμουν δεκατριών. Συγκλονίστηκα. Είχα ήδη διαβάσει πολλά απομνημονεύματα ανταρτών και αριστερών, έβγαιναν δεκάδες εκείνη την εποχή, κι όλα μου φαίνονταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα και πως να μην είναι όταν αποτελούσαν την παρακαταθήκη ανθρώπων που αψήφησαν την ίδια τους την ζωή για μια ιδέα.
Όμως το "Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς" του Μίσσιου ήταν διαφορετικό. Γλώσσα προκλητική στα μάτια μου αλλά καθόλου χυδαία και κυρίως καθόλου προσποιητή. Η γραφή του Μίσσιου είναι στον αντίποδα του Κάλβου. Η ιδέα είναι ο άνθρωπος που την κουβαλά σα μικρός προμηθέας. Όσο πιο τραχύς ο άνθρωπος τόσο πιο βαριά η ιδέα.
Οι άνθρωποι του Μίσσιου έλεγαν πούτσος, αρχίδια, μουνί αλλά ο ίδιος χρησιμοποιούσε ομηρικές μεταφορές για τον έρωτα. Οι ήρωές του αποτελούσαν όλο αυτό το περιθώριο που γράφει την ιστορία χωρίς ποτέ να αναφέρεται από αυτή. Αθυρόστομοι πιτσιρικάδες που αψηφούν το κόμμα, νταβαντζήδες και βαποράκια της φυλακής, τρυφερές πουτάνες της Σαλονίκης. (Αλήθεια αυτό το "Σαλονικιός" δεν το θυμήθηκε κανείς από τους φασόν νεκρολόγους των μίντια;)
Και δίπλα τους οι άγιοι της Αριστεράς να υπομένουν το μαρτύριο της αναμονής της εκτέλεσης, της μακρόχρονης φυλάκισης, των ανακριτικών βασανιστηρίων με συναισθήματα, σκέψεις και αγωνίες που δεν εγκρίνει η μυθολογία του κόμματος για τον αριστερό υπεράνθρωπο. Και η ιστορία να τρέχει όχι σε σελίδες βιβλίων αλλά πάνω στις ζωές χιλιάδων αθώων που όμως για το Μίσσιο είναι χιλιάδες πρόσωπα, με όνομα, ψυχή και κυρίως ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Και μέσα από τα δύσκολα χρόνια αυτός ο αναθεματισμένος κομμουνιστής να οργανώνει τις χιλιάδες μικρές στιγμές μια τεράστιας ζωής. Να αντιστέκεται με χιούμορ απέναντι σε κάθε απολυταρχία, με τρυφερότητα απέναντι στη βαρβαρότητα.
Ο Χρόνης Μίσσιος μοιάζει σαν ένα σύνολο από χρωματιστές ψηφίδες. Διανοούμενος αλλά πρωτίστως αγωνιστής, επαναστάτης κι ευαίσθητος, αυτοκριτικός αλλά επιεικής με τους γύρω του. Είναι  η διαρκής υπενθύμιση ότι έχουμε πολλά περιθώρια βελτίωσης. Ευτυχώς, "από ένα καπρίτσιο της τύχης" ο Χρόνης δεν πέθανε νωρίς.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

επεράσαμε όμορφα (τα μέτρα)

Τις τελευταίες εβδομάδες πέρασα πολύ όμορφα ενώ πέρναγαν τα μέτρα. Γιατί συνειδητοποίησα πως το παν στην ζωή δεν είναι τα λεφτά, οπότε με τις νέες μειώσεις θα επικεντρώσουμε όλοι στα υπόλοιπα. Αν κάθε εξάμηνο σου κόβουν κι ένα κομμάτι από το μισθό δε θα σκίζεσαι σα μαλάκας να γυαλίσεις στον προϊστάμενο για να πάρεις αύξηση. Το πιο σύντομο ανέκδοτο είναι το "ζήτησα αύξηση"
Από την άλλη με τις διαδοχικές πορείες είδα πολλούς φίλους, αν και γλίτωσα στο τσακ την πνευμονία την Τετάρτη στο Σύνταγμα. Πέρασα ακόμα καλύτερα όμως με την ομιλία του σαχλαμαρά για τον προϋπολογισμό. Αφού ξεκίνησε το σταντ απ με δηλώσεις του στιλ "κύριε τσίπρα είστε το παρελθόν" κορύφωσε την ερμηνεία του λέγοντας "μπαίνουμε στην ανάπτυξη", "βγαίνουμε στις αγορές", "μένουμε στην ευρώπη".
Ο ελληνικός λαός όμως δεν έχει χιούμορ και δε γέλασε παρά μόνο όταν αναφέρθηκε στον Λένιν. Η ειρωνεία είναι πως ο σαχλαμαράς μιλούσε σοβαρά και είχε και δίκιο! Το μυαλό του σαχλαμαρά μπορεί να συγκριθεί μόνο με του Λένιν. Είναι και τα δύο βαλσαμωμένα!

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

ασοκ-θασοκ-πασωκ-παστοκ

Κάποτε υπήρξε ένα μικρό κόμμα με μεγάλες προοπτικές, το Ανδρεϊκό Σοσιαλιστικό Κίνημα (ασοκ).  Το κόμμα αυτό εμφανίστηκε λίγο νωρίτερα από το νερό του καματερού αλλά είχε πιο θαυμαστές ιδιότητες, κυρίως λόγω της φυσιογνωμίας του ηγέτη του που επέτρεψαν σε κάθε καταπιεσμένο μικροαστό να θεωρήσει ότι με ένα ζιβάγκο και δυο φαβορίτες κάνει επανάσταση και γράφει ιστορία. Όσοι επί χούντας ανακάλυψαν το προ-πο με το ασοκ ανακάλυψαν τον κρυμμένο Τσε Γκεβάρα μέσα τους και μετά από εφτά χρόνια κλεισούρας τον έβγαλαν να πάρει αέρα, στην τοπική τους οργάνωση (ΤΟ), στην κλαδική (λέγεμε βύσμα) της δουλειάς τους, στο πράσινο καφενείο. Ο ανδρέας υπήρξε χαρισματικός σε τρία πράγματα. Είχε μεγάλη πέραση στις γυναίκες και στους μικροαστούς. Κυρίως όμως ήξερε να διαλέγει συνεργάτες. Ο κατσιφάρας (ο πιο έξυπνος από όλους) είχε διατυπώσει πολύ εύστοχα ότι αν ο ανδρέας δεν είχε κάνει υπουργούς τα στελέχη του δεν θα τα ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας τους. Άμα ο ανδρέας σε έβλεπε λίγο μουντό ή άχρωμο σε έπαιρνε δίπλα του κι ο ίδιος έδειχνε σινεμασκότ!
Έτσι σε λίγα χρόνια το ασόκ έγινε θασόκ (ΘΑ κάνουμε ΣΟσιαλισμό Κάποτε), πήρε την κυβέρνηση και οι πρασινοφρουροί κόψανε τις φαβορίτες κι από "επαναστάτες" γίνανε στελέχη. Στο κομοδίνο το "η ελλάδα ανήκει στους έλληνες" του ανδρέα αντικαταστάθηκε με το κλικ του κοτσόπουλου, (το κλικ το διαβάσανε κιόλας).
Κι όταν άρχισαν τα θα να μικραίνουν, ψήλωσε ξαφνικά ο σημίτης, το κλικ εκσυγχρονίστηκε κι έγινε νίτρο και τα στελέχη έγιναν χρηματιστές. Κι όπως κάποτε αποδείχτηκε φούσκα ο σοσιαλισμός τους, έτσι μια μέρα έσκασαν κι μετοχές τους. Και τότε το θασώκ για να συγκρατήσει όσους διαμαρτύρονταν έγινε πασώκ (ΠΑνελλήνιο ΣΩφρονιστικό Κίνημα). Εν τω μεταξύ ο ανδρέας μετά από τρία μπάι-πας, μια ανοιχτή καρδιά, δυο τρεις βαλβίδες και κάτι φίλτρα λαδιού αποφάσισε να αφήσει κάνα μόσχευμα για τους υπόλοιπους και την έκανε για τον παράδεισο αφήνοντας το λαό του μόνο και τον γιώργο ορφανό με μόνη του περιουσία το κόμμα.
Ο γιώργος, κλασικός απαίδευτος ελληνόπαις που κληρονομεί το μαγαζί του μπαμπά, αντί να ασχοληθεί με τη δουλειά το ρίχνει στα ταξίδια, κάνει παρέα κάτι περίεργους τύπους σαν τον στρος καν οι οποίοι τον πείθουν να τους πουλήσει τη χώρα. Κι επειδή στη χώρα βασικός μέτοχος ήταν για χρόνια το πασώκ, ο γιωργάκης το κάνει και μετά πουλάει το πασώκ στο μπένυ.
Ο μπένυ ήταν για πολλά χρόνια ο μπακαλόγατος του αντρέα που είχε βλέψεις στο μαγαζί και δεν καλόβλεπε το κληρονομικό δικαίωμα του γιωργάκη. Έτσι αφού δεν κατάφερε να πάρει πρώτος το μαγαζί άρχισε να διώχνει την πελατεία. Όχι ότι ο γιωργάκης θα την κράταγε αλλά ο μπένυ έκανε ότι μπορούσε. Έτσι ο γιωργάκης μια μέρα καβάλησε το κανό του κι έφυγε στα βουνά αφήνοντας τον μπένυ στο κατάστημα.
Όμως πλέον δεν πάταγε ψυχή κι ο αυτοκριτικός μπένυ που για τα κιλά του φτάει η βαρύτητα και ο Newton άρχιζε να τα βάζει με τους συνεργάτες του και τους πελάτες, μπλέκοντας βρισιές, απειλές και ψέμματα με αποτέλεσμα να διώξει και τους τελευταίους πιστούς. Οι λίγοι βουλευτές που του έχουν απομείνει στο πα-ΣΤΟΚ αφού ξεπουλήσουν τα ρετάλια της χώρας με το τρίτο μνημόνιο θα ψάλλουν με κατάνυξη το "δεύτε λάβετε τελευταίον διορισμόν"